Point Of View

Ωδή προς το Φως

Νικόλ Λιανού

Ήταν περίπου μια εβδομάδα, όταν σκεφτόμασταν τι θα μπορούσαμε να κάνουμε να δώσουμε λίγο χρώμα σε ένα ακόμα άχαρο γκρίζο και πολύ μελαγχολικό Σαββατιάτικο πρωινό.. Στο τέλος της ημέρας, όσο και αν καταπονήσαμε τα μυαλά μας, δεν ήταν και πολλά αυτά που διώχνουν τα σύννεφα… ένα χαμόγελο αρκεί για την πιο όμορφη λιακάδα. Κατά συνέπεια, έπρεπε να κάνουμε το ακατόρθωτο. Να εγκλωβίσουμε μερικές δεκάδες χαμόγελα, κάπου, με κάποιο τρόπο και όλα αυτά μαζί σαν μια δύναμη, να καταφέρουν να μετακινήσουν τα σύννεφα. 

Μέσον? Ο άνθρωπος. Φίλοι και γνωστοί. Άλλοι πάντα ευδιάθετοι, άλλοι με τα κέφια τους, άλλοι βυθισμένοι στην καθημερινότητά τους, αλλά δεν είχε και καμία σημασία. Αυτή ήταν η μαγεία. Η σύνθεση της διαφορετικότητας και της αυθεντικότητας. 

Κάθε ένας από αυτούς είχε μια μικρή αποστολή, την οποία έπρεπε να εκτελέσει σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Να γράψει μια προσωπική ευχή η οποία θα συνόδευε ένα μικρής αξίας πακέτο το οποίο θα δίναμε στους «φίλους» μας. Φίλοι άποροι, άστεγοι, αλλοδαποί, μετανάστες κ.τ.λ., όλοι όμως με ένα κοινό χαρακτηριστικό. Άνθρωποι μόνοι! 

Τι θα χρειαστεί? Λίγο χρόνο να απαντήσετε στο email αυτό το αργότερο μέχρι την Παρασκευή

Τι θα μείνει? Μια ευχή από έναν συνάνθρωπο να σας συντροφεύει και ίσως μερικά από τα πιο φωτεινά χαμόγελα

Τι θα λάμψει? Η αγάπη. 

Τα τηλέφωνα χτύπαγαν σαν τρελά. Πόσο δύσκολο είναι να γράψεις κάτι σε κάποιον που δεν έχεις αντικρίσει ποτέ και δεδομένης της κατάστασης του να του ευχηθείς τι; Αυτή ήταν η πρό(σ)κληση όμως. 

Από το πρώτο μισάωρο, οι ευχές κατέφθαναν. Φάνταζε να είχαμε καταφέρει το ανέφικτο, και το στοίχημα ήταν να κάνουμε ένα από τα μεγαλύτερα κολλάζ ευχών για τα δικά μας δεδομένα. Χειρόγραφα, κείμενα, σκέψεις χωρίς καμία συνοχή, άλλες άρτια δομημένες, χειροτεχνίες, παιχνίδια, πασχαλινά αυγά. Όλα πολύχρωμα, έντονα, γεμάτα από την αγάπη των δωρητών που τα έκανα ανεκτίμητα. Έτρεμαν τα χέρια μου όσο τα κρατούσα και έπρεπε να μεταφέρω τις ευχές τους. Ένιωθα σαν να κρατώ το πιο ευαίσθητο λουλούδι, την πιο εύθραυστη πορσελάνη. Ένας κόμπος με έπνιγε από την ανάγκη ανθρώπων που μπορεί να μην έχουν πολλά- αλλά ναι, έχουν τα απαραίτητα και τα βασικά- να μοιραστούν, να νοιαστούν, να +πράξουν, να ευχηθούν, να κάνουν κάτι που τους ξεπερνά. 

Εκείνοι τελικά, το είχαν περισσότερο ανάγκη και αυτή ήταν μια έκπληξη. 


Παρασκευή απόγευμα, το κουτί είχε γεμίσει και κάθε μια ευχή έπρεπε με πολλή αγάπη και φροντίδα να ετοιμαστεί για να συναντήσει τον παραλήπτη της. Όλη νύχτα δεν έκλεισα μάτι. Τα είχα σκεφτεί όλα στο μυαλό μου ξανά και ξανά, αλλά ο σκηνοθέτης δεν θα ήμουν εγώ εκείνο το πρωινό. 

06:15 άφιξη στο σημείο συνάντησης. Στήνονται τα αυτοσχέδια τραπεζάκια, κάνει κρύο.. μαζί με ένα ρόφημα, μερικά μπισκότα και 9,5 κιλά μαγειρεμένα μακαρόνια με αγωνία κάθε φορά να φτάσουν για να μην χρειαστεί να δούμε μάτια θλιμμένα… Βγαίνουν τα καλάθια με τα τσουρεκάκια, τα κουλούρια και την σοκολάτα. Κάθε ένα έχει ένα τυλιγμένο χαρτάκι με κόκκινη κορδέλα. 

Κασίμ. 9 χρόνια στην Ελλάδα. Πάει σε σχολείο μεταναστών, μιλάει και γράφει Ελληνικά. 

Σε ευχαριστώ, να φτιάχνεις πάντα αγάπη. 

Ελένη και η μικρή Αγγελική. 38 ετών άπορη. 

Να σε ευλογεί ο Θεός. 

Τάμερ. 21. 

Ο Αλάχ να σε έχει καλά. 

Κ. Κώστας. 52. Άπορος 

Όσες άσπρες τρίχες έχω, τόσα καλά να έχετε. Πρώτη φορά λαμβάνω μια ζωγραφιά. Θα την έχω πάντα φυλαχτό. 

Μοχάμεντ. 18. 

Δεν μπορώ να μιλήσω από την συγκίνηση. Ευχαριστώ. 

Ντίνα. 65. Άπορη

Για μένα? Ω Θεέ μου μεγαλοδύναμε. 

Μανώλης. 62. Επανενταγμένος. 

Κάποτε ήμουν εγώ εκεί. Τώρα εγώ μεταφέρω τα δώρα. Η ζωή παίζει άτιμα παιχνίδια. Καλή Ανάσταση σε όλους. Ναι, γράψτο ντε. Με σκας κάθε φορά. 

Τάμερ. 36. Μπαγκλαντές. 

Πρώτη φορά παίρνω δώρο. Σήμερα είναι τα γενέθλια μου. Ευχαριστώ Μιχάλη. Τι Θεός τι Αλάχ, ίδιο. 

Κάθομαι σε μια γωνία και έχω βγει από την σκηνή. Ίπταμαι και αυτό που βλέπω είναι δύνη, είναι ένας έτοιμος τυφώνας που τρώει τα μέσα μου. Θέλω να εκραγώ από χαρά αλλά και οργή ταυτόχρονα. Γέμισε ο δρόμος κόκκινες κορδέλες, ευχές και δάκρυα. Πολλά δάκρυα. Πάρα πολλά δάκρυα. Δάκρυα χαράς, ευτυχίας και μιας αφόρητης στεναχώριας. Εμείς σε λίγο θα φύγουμε. 

"Και μετά?" σκέφτηκα 

"Και μετά τι?"……………….

Κάθε ταξίδι προς το Φως περνάει μέσα από το απόλυτο σκοτάδι. Αυτό το ταξίδι ήταν γεμάτο αναταράξεις, κενά αέρος και μια ανώμαλη προσγείωση όταν μέσα στην έκσταση της στιγμής ακούστηκε μια φωνούλα που έτρεμε. 

"Μαμά τι θα γίνει? Εγώ πεινάω"

Οι σκέψεις του επιλόγου, δικές σας. 

Σχόλια χρηστών

Για να συμμετέχετε στην συζήτηση πρέπει να γίνετε μέλη. Λάβετε μέρος σε κάποια συζήτηση κάνοντας roll-over στο αρχικό σχόλιο και πατήστε το κουμπί "Απάντηση". Για να εισάγετε ένα νέο σχόλιο χρησιμοποιήστε την φόρμα στο τέλος της λίστας.

Για να σχολιάσετε αυτό το άρθρο θα πρέπει να είστε εγγεγραμμένο μέλος